9.30.2009

Αθώα ψέματα


"Αν δε κάτσεις ήσυχα θα φωνάξω τον αστυνομικό να σε πάρει"

"αν δεν αφήσεις την πιπίλα, θά ΄ρθει να σε πάρει ο Μπαμπούλας"

O κόσμος των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά σουρεαλιστικός και γεμάτος φανταστικά πλάσματα. Είναι η πραγματικότητα που δημιουργούν τα ψέματα των γονιών που λένε ολοένα και περισσότερο ψέματα στα παιδιά, όπως έδειξε μια έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκvκαι του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση "Journal of Μoral Εducation" και, σύμφωνα με την Αμερικανίδα ψυχολόγο Γκέιλ Χέιμαν που την υπογράφει, όταν τα παο και του Πανεπιστημίου του Τορόντο.



Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «ιδιά καταλαβαίνουν τα ψέματα αυτά, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στη μαμά και στον μπαμπά.

Όμως υπάρχουν και θετικές επιπτώσεις. «Το να καταλάβεις ότι οι γονείς λένε ψέματα, βοηθάει στην ανάπτυξη του σκεπτικισμού, πράγμα που έχει ουσιαστική σημασία για να διαμορφώσει το παιδί κριτικό πνεύμα», λέει ο Ντιεμ Λούου, ο οποίος συνυπογράφει τη δημοσίευση.

Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν μια ομάδα φοιτητών και ο ένας από τους γονείς καθενός εξ αυτών. Από τους πρώτους, ζητήθηκε να θυμηθούν ψέματα που τους είπαν κατά την παιδική ηλικία τους και 88% θυμήθηκαν περισσότερα από ένα.

«Τα παιδιά θυμούνται τα ψέματα που ξεσκεπάζονται», εξηγεί ο Κανγκ Λι, διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας για το Παιδί του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Το 79% είπε ότι είχε ακούσει τους γονείς να λένε ότι είναι κακό να λες ψέματα. Μόνο 21% είπαν ότι είχαν με τους γονείς τους έναν έντιμο διάλογο κατά τον οποίο τους εξηγήθηκε ότι μερικές μισές αλήθειες είναι αποδεκτές. Από τους γονείς που ρωτήθηκαν, 78% παραδέχθηκαν ότι είπαν ψέματα στα παιδιά τους, οι περισσότεροι- κι αυτό είναι το εντυπωσιακό- για εγωιστικούς λόγους.

Το να πεις σ΄ ένα παιδί πως, αν συνεχίσει να ανοίγει το ψυγείο, αυτό θα εκραγεί, είναι απλούστερο από το να του εξηγήσεις πώς λειτουργεί η συσκευή. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, εξηγούν οι ερευνητές, το ψέμα δεν λέγεται για να μην πονέσει το παιδί ή για να ηρεμήσει, αλλά για να επιτευχθεί κάτι ταχύτερα.

Αν λοιπόν, εξηγεί η Χέιμαν, είναι εντελώς αθώο (ακόμη και ενδεδειγμένο) να πεις ότι ο Αϊ-Βασίλης υπάρχει, μπορεί αντίθετα να είναι επικίνδυνο να πεις ψέματα για να διαμορφώσεις μια συμπεριφορά. «Το να πεις σ΄ ένα παιδί ότι τα ορνιθοσκαλίσματά του είναι άσχημα θα ήταν άσπλαχνο», εξηγεί η ερευνήτρια, «όμως συχνά οι γονείς λένε ψέματα ελαφρά τη καρδία... Η καλύτερη λύση είναι πάντα η ειλικρίνεια».

Άρθρο απο ΤΑ ΝΕΑ On-line

9.29.2009

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

Κάποτε άκουσα έναν άνθρωπο που του άρεσε να ταξιδεύει να λέει αυτή την ιστορία. Όπως είπε το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψη του στο Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Συνάντησε αυτό το μέρος στο δρόμο για την Αμπελοχώρα και επειδή του αρέσουν οι εξερευνήσεις αποφάσισε να κάνει μία στάση.
Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών ήταν απότομο και κατέληγε σ'ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι η έπαυλη ήταν χωρισμένη σε δύο πτέρυγες, την δυτική και την ανατολική.
Πάρκαρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο σπίτι. Στην πόρτα μία πινακίδα έλεγε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

"ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ, ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.
ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΦΤΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΙΘΟΥΣΑ Η'
ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ"



Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και, στην τύχη, έστριψε δεξιά. Ένας νέος διάδρομος εμφανίστηκε μπροστά του. Καθώς περπατούσε προσ την πόρτα άρχισε να ακούει βογκητά και κλάματα που έρχονταν από το μαύρο δωμάτιο.

Για μία στιγμή οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.

Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως το κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας. Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν το διπλάσιο μήκος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ' αυτό τον τρόπο όλοι μπορόυσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δεν μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατασταση ήταν τόσο απελπιστική που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Γύρισε πάλι στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ' αριστερά, προς την λευκή αίθουσα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στην πόρτα ήταν ίδιος, μοναδική διαφορά ήταν ότι εκεί δεν άκουγε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.

Εκατονταδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο με εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στοκέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι.

Εκεί, όμως, κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα γιατί εκεί ο ένας τάιζε τον άλλο!

Απόσπασμα από το βιβλίο "Να σου πω μία ιστορία" , Χόρχε Μπουκάι.